Michel Bizet

Psychanalyste - Conseiller en santé mentale

Relations de transition

« Je pensais que cela ne m'arriverait jamais, que cela n'arrivait que chez les autres, mais il me semble que j'ai été confrontée à une relation de transition, une relation antalgique dont le seul but est de soulager ma douleur avant de passer à la suivante », confesse un jour Anna*. « Je me sens totalement stupide ! Chaque fois que je suis dans une relation de transition avec des femmes. Cela ne semble pas les satisfaire autant qu'elles le voudraient », se plaint Marcos*.

Étant conscient de l’ampleur de cette thématique concernant les relations de transition, évoquées par Anna et Marcos, je voudrais parler de ce type de relations qui tourmentent beaucoup de gens de nos jours, en expliquant en quoi elles consistent et pourquoi elles se produisent si souvent. Si toutefois ces relations sont un problème en soi, nous devrons les suivre à long terme et les étudier globalement, ce qui n’est pas faisable ici ou ce serait très superficiel. Par conséquent, je me limiterai à présenter quelques faits et vous laisse en tirer vos propres conclusions ...

Tout d'abord, la signification de ces relations transitoires doit être clarifiée. Dans notre cycle de vie, nous créons également un cercle de relations humaines : certaines d’entre elles sont amicales, d'autres sont amoureuses, toutes celles-ci forment néanmoins un cercle, semblable à celui de la vie. Elles grandissent, mûrissent et meurent avec nous ou nous « tuent » de notre propre gré.

Il existe donc de nombreuses catégories dans les relations amoureuses : les amours adolescents, les coups de foudre, les relations du premier baiser ou du premier amour, les relations au jour le jour, les relations de « bien, à quoi je pensais », les relations WTF … la liste peut être infinie. Les relations de transition que nous avons connues, que ce soit par notre propre expérience ou par le témoignage d’une autre personne, nous concernent tous.

Ce sont des relations dans lesquelles on est impliqué par choix ou inconsciemment et qui servent essentiellement de passerelle vers la suivante. Nous entendons parfois parler de relations-pansements dont le seul but est de couvrir et de masquer la douleur d'une séparation, et parfois de relations-antalgiques conçues pour mettre fin à la douleur de la séparation. Mais le résultat est toujours le même : malaise, insatisfaction, dépression. Ceux qui ont été dans de telles relations comprennent beaucoup plus et ressentent beaucoup plus que tout cela, mais dans tous les cas, ils se demandent « pourquoi moi ? »

J'aimerais pouvoir donner une réponse à cette question qui puisse satisfaire tout le monde, mais ce n'est pas possible. Cependant, il est prouvé que ces relations sont nécessaires, peu importe comment et pour quelle raison une personne est impliquée. Et j'expliquerai en mots simples pourquoi je pense qu'ils sont nécessaires des deux côtés.

D'une part, le désir de l'un de transcender le premier et le désir de l'autre de s'occuper d'un homme qui est dans le besoin à ce moment-ci plus que quiconque : le manque total de confiance en soi, nécessaire pour établir des relations directes avec une personne à long terme, et le besoin de l'autre de se retrouver dans une relation, quelle que soit cette relation, juste pour la sécurité. Parfois, l’un pense pouvoir tout simplement tomber amoureux à nouveau, tout en essayant de tomber amoureux - mais sans succès -, et l’autre se "casse" et tombe dans les griffes d’un faux amour sans lendemain.

Les exemples sont infinis et les analyses sont encore plus complexes. Ceci est parfaitement raisonnable car les relations humaines elles-mêmes sont diverses et complexes, de sorte que toute étude ou tout article ne semble pas en mesure de traiter tous les aspects. Nous nous contentons de certaines caractéristiques clés et communément acceptées par la majorité pour arriver à la conclusion que, quelles que soient les causes ayant conduit certaines personnes à des relations de transition, celles-ci sont riches en expériences.

D'autre part, celui qui s'est trouvé dans une telle relation fait inconsciemment de gros efforts pour connaître l'autre qui a du mal à oublier son ex. Il apprend à ne pas être égoïste, à s’occuper de l’autre, à s’efforcer davantage de gagner l’autre. L'altruisme qui caractérise ces relations renforce le potentiel d'une personne, bien que le potentiel de la relation soit, bien sûr, compromis. Un effort unilatéral sans fin renforce l'un et l'autre mentalement, consciemment ou non. L’avantage réside donc non seulement dans l’expérience des relations et de la vie, mais aussi dans l’énergie dynamique et positive qu’une telle relation apporte à la vie.

Cependant, il y a aussi l’antipode, celui de la douleur et de la douleur qui laisse derrière soi une relation de transition, parfois consciemment et parfois inconsciemment. Sans aucun doute un sujet majeur, mais difficile à traiter en détail ici, mon objectif étant de répondre à la nécessité de relations de transition.

Je me rends compte que ce qui gêne la plupart des gens qui communiquent avec moi, c'est la gestion de la douleur et pour les rassurer, je répète que chaque relation est unique et qu'aucune généralisation ne sert à rien. Un traitement spécial et un traitement individuel sont nécessaires, s’ils le souhaitent, afin d’être capables de ne plus se retrouver impliqués de manière répétée dans une relation de transition.
 
* Les noms ont été modifiés.

© Michel Bizet, 2019

Μεταβατικές σχέσεις

«Νόμιζα ότι ποτέ δε θα μου συμβεί, ότι συμβαίνει μόνο στις άλλες, αλλά φαίνεται πως μπλέχτηκα σε μια σχέση-τσιρότο, μια σχέση-παυσίπονο, που μοναδικός της σκοπός είναι να απαλύνω τους πόνους του πριν να προχωρήσει στην επόμενη», μου εξομολογείται μια μέρα η Άννα*. «Νιώθω εντελώς ηλίθιος! Κάθε φορά τυγχάνει να βρίσκομαι σε μεταβατικές σχέσεις με τις γυναίκες. Φαίνεται δεν τις καλύπτω όσο θα ήθελαν», παραπονιέται ο Μάρκος*.

Αντιλαμβανόμενος το μεγάλο θέμα των μεταβατικών αυτών σχέσεων που θίγουν η Άννα κι ο Μάρκος, θέλησα να μιλήσω για το είδος αυτών των σχέσεων που βασανίζουν πολλούς ανθρώπους στις μέρες μας, να εξηγήσω σε τι ακριβώς συνίστανται και γιατί απαντώνται τόσο συχνά. Τώρα, αν από μόνες τους αυτές οι σχέσεις αποτελούν πρόβλημα, θα χρειαστεί να το διερευνήσουμε μακροπρόθεσμα και σφαιρικά, πράγμα το οποίο δεν είναι εφικτό να γίνει με γενικότητες κι εντελώς επιφανειακά εδώ. Γι’ αυτό το λόγο, θα περιοριστώ σε κάποιες διαπιστώσεις κι από ‘κει και πέρα τα συμπεράσματα, δικά σας...

Πρώτα από όλα, χρειάζεται να αποσαφηνιστεί οπωσδήποτε η έννοια των μεταβατικών αυτών σχέσεων. Στον κύκλο της ζωής μας, φαίνεται να δημιουργούμε κι ένα κύκλο ανθρωπίνων σχέσεων. Κάποιες από αυτές φιλικές, κάποιες από αυτές ερωτικές, όλες πάντως οι σχέσεις κάνουν έναν κύκλο, όπως αυτόν της ζωής. Μεγαλώνουν, ωριμάζουν κι είτε πεθαίνουν μαζί μας είτε τις «σκοτώνουμε» εμείς, διαλύοντάς τες από επιλογή.

Υπάρχουν, λοιπόν, στις ερωτικές σχέσεις, πολλές κατηγορίες: οι εφηβικές, οι σχέσεις του κεραυνοβόλου έρωτα, οι σχέσεις του πρώτου φιλιού ή της πρώτης ερωτικής επαφής, οι σχέσεις της μίας νύχτας, οι σχέσεις «μα, καλά τι σκεφτόμουν», οι σχέσεις WTF κι η λίστα μπορεί να είναι ατελείωτη. Οι μεταβατικές σχέσεις, που κατά πως φαίνεται όλοι μας έχουμε γνωρίσει είτε βιώνοντας μια είτε ακούγοντας την ιστορία κάποιου δικού μας ανθρώπου, μας αφορούν όλους.

Πρόκειται για σχέσεις στις οποίες μπλέχτηκε κάποιος είτε από επιλογή είτε εν αγνοία του κι ουσιαστικά χρησιμεύουν σαν γέφυρα για να περάσει στον επόμενο. Άλλοτε θα ακούσουμε για σχέσεις-τσιρότο που μόνο τους σκοπό έχουν να καλύψουν και κουκουλώσουν τον πόνο ενός χωρισμού κι άλλοτε για σχέσεις-παυσίπονο που σκοπό τους έχουν να σταματήσουν τον πόνο του χωρισμού. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι πάντοτε το ίδιο: δυσφορία, αίσθημα ανικανοποίητου, κατάθλιψη. Όσοι έχουν βρεθεί σε τέτοιες σχέσεις αντιλαμβάνονται πολύ περισσότερα, όπως κι αισθάνονται πολύ περισσότερα από αυτά, σε κάθε περίπτωση, όμως, αναρωτιούνται «γιατί εγώ;».

Μακάρι να είχα μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση που να μπορεί να τους ικανοποιεί όλους, αλλά δεν έχω. Είναι, όμως, αποδεδειγμένο ότι οι σχέσεις αυτές είναι απαραίτητες, ασχέτως με ποιο τρόπο και για ποιο λόγο ένας άνθρωπος βρίσκεται εμπλεκόμενος. Και θα εξηγήσω με απλά λόγια γιατί θεωρώ ότι είναι απαραίτητες κι απ’ τις δύο μεριές των εμπλεκομένων.

Αφενός, η επιθυμία του ενός να ξεπεράσει τον προηγούμενο κι ο πόθος του άλλου να δώσει φροντίδα σε έναν άνθρωπο που εκείνη τη στιγμή το έχει ανάγκη περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Αφετέρου, η παντελής έλλειψη αυτοπεποίθησης του ενός να συσχετιστεί άμεσα με κάποιον άνθρωπο σε μακροπρόθεσμη σχέση κι η ανάγκη του άλλου να βρεθεί σε μια σχέση, οποιαδήποτε σχέση, αρκεί να είναι σε σχέση για ασφάλεια. Άλλες φορές πάλι, ο ένας απλά νομίζει ότι ερωτεύεται ξανά ενώ ουσιαστικά προσπαθεί να ερωτευτεί –ανεπιτυχώς όμως– κι ο άλλος απλά «τσιμπάει» και πέφτει στα δίχτυα ενός ψευδούς έρωτα δίχως αύριο.

Τα παραδείγματα είναι ανεξάντλητα κι οι αναλύσεις ακόμα πιο πολύπλοκες. Αυτό είναι απόλυτα λογικό απ’ τη στιγμή που οι ίδιες οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πολυποίκιλες και πολύπλοκες, οπότε φαίνεται να αδυνατεί οποιαδήποτε μελέτη ή άρθρο να καλύψει όλες τις πτυχές. Αρκούμαστε, λοιπόν, σε κάποια βασικά χαρακτηριστικά και κοινώς αποδεκτά απ’ την πλειοψηφία για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ανεξαρτήτως των αιτιών που οδηγούν κάποιους ανθρώπους σε μεταβατικές σχέσεις, αυτές είναι πλούσιες σε εμπειρίες.

Απ’ τη μία μεριά εκείνος που έχει βρεθεί σε μια τέτοια σχέση εν αγνοία του καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να γνωρίσει τον άλλο που αγωνίζεται να ξεπεράσει τον προηγούμενο. Μαθαίνει πώς να μην είναι εγωιστής, πώς να νοιάζεται περισσότερο για τον άλλο, πώς να προσπαθεί όλο και περισσότερο για να κερδίσει τον άλλο. Ο αλτρουισμός που χαρακτηρίζει αυτές τις σχέσεις ενισχύουν τη δυναμική ενός ατόμου αν και βέβαια η δυναμική της σχέσης χωλαίνει. Η μονόπλευρη ατέρμονη προσπάθεια του ενός ενδυναμώνει και τους δύο ψυχικά, είτε το αντιλαμβάνονται συνειδητά είτε όχι. Το όφελος κατά συνέπεια δεν άπτεται μόνο της εμπειρίας στις σχέσεις και στη ζωή, αλλά στη δυναμική και τη θετική ενέργεια που επιφέρει στη ζωή του καθενός μια τέτοια σχέση.

Ωστόσο, υπάρχει κι ο αντίποδας, αυτός του πόνου και της οδύνης που αφήνει πίσω μια μεταβατική σχέση, άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε ασυνείδητα. Αναμφίβολα μεγάλο και σημαντικό θέμα για να καταπιαστώ εδώ και με αυτό εκτενώς, μιας και στόχος μου ήταν να θίξω την αναγκαιότητα των μεταβατικών σχέσεων.

Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που ταλανίζει τους περισσότερους που επικοινωνούν μαζί μου είναι η διαχείριση του πόνου γι’ αυτό και για να τους καθησυχάσω, επαναλαμβάνω ότι κάθε σχέση είναι μοναδική κι οποιαδήποτε γενίκευση δε βοηθάει. Χρειάζεται ειδική μεταχείριση κι ατομική θεραπεία εφόσον το επιθυμούν προκειμένου να ενδυναμωθούν ώστε να μην εμπλακούν σε μεταβατική σχέση επαναλαμβανόμενες φορές.

* Τα ονόματα έχουν τροποποιηθεί.

© Michel Bizet, 2019

Mélancolie et dépression

Le terme mélancolie, emprunté au grec ancien μελαγχολία composé de μέλας (noir) et de χολή (la bile), recouvre plusieurs significations relevant de son histoire dans la psychiatrie, la psychanalyse, la philosophie et la littérature. Étymologiquement, le mot mélancolie signifie la bile noire, renvoyant ainsi à la théorie des quatre humeurs d'Hippocrate : le sang, la lymphe, la bile jaune et la bile noire. Ces quatre humeurs déterminent notre tempérament qui est sanguin lorsque le sang prédomine, lymphatique pour la lymphe, bilieux pour la bile jaune et enfin mélancolique pour la bile noire. Les Anciens pensaient que cette bile noire provoquait une mélancolie qui était exclusive aux génies. Cicéron reprenant Aristote affirme : « Aristote dit que la mélancolie est le partage des grands génies ». Cicéron est conscient que le mot melancholia recouvre plusieurs états, du génie à la folie. Il apparaît alors que la notion de mélancolie est très ancienne et très étroitement liée aux quatre tempéraments. La Renaissance a hérité non seulement de toutes ces significations, mais aussi de tous les commentaires qui s’y étaient attachés, comme par exemple celle de la tristesse au sens littéraire.

Dans l’Antiquité grecque, la mélancolie est rattachée au deuil dû à la perte d’un proche. Les stèles funéraires attiques présentent des individus prenant des poses de deuil. De même, Pénélope est représentée devant son métier à tisser, toute mélancolique. Certes, la mélancolie dans le sens antique n’a aucune connotation négative car elle permettait tout simplement de vivre le deuil et de se reconstruire en surpassant tous les états de tristesse. Les philosophes grecs s’interrogeaient sur la mélancolie, comme Aristote qui se demandait pourquoi tous les hommes d'exception étaient bilieux : « Pourquoi tous les hommes qui se sont illustrés en philosophie, en politique, en poésie, dans les arts, étaient-ils bilieux, et bilieux à ce point de souffrir de maladies qui viennent de la bile noire, ainsi on cite Hercule parmi les héros ? Il semble qu'en effet Hercule avait ce tempérament ; et c'est aussi en songeant à lui que les Anciens ont appelé mal sacré les accès des épileptiques ». D’autre part, Hippocrate appréhende d’une manière fausse la mélancolie comme trouble de la bile noire. Ainsi, la rate serait-elle responsable de ce trouble alors qu’il s’agit de l’organe des défenses immunitaires selon la médecine actuelle.

Toutefois, la mélancolie acquiert plusieurs dimensions au fil du temps, mais garde une signification proche de la détresse ou de la dépression telle que la psychiatrie actuelle la définit. Dans l’histoire littéraire, des quatrains d’Omar Khayyâm, poète et savant persan du XI
e siècle, en passant par l’œuvre lyrique de Guillaume de Machaut, écrivain français du XIVe siècle, plus particulièrement le Roman de la Rose, Les Chimères de Gérard de Nerval ou bien Le spleen de Paris de Baudelaire au XIXe siècle, jusqu’aux écrivains du XXIe siècle, la mélancolie peut désigner tout état d’âme allant de la tristesse profonde à la folie, bien qu’au XVIIe siècle le terme ait été affaibli à un simple état de tristesse. Néanmoins, c’est à partir du XIXe siècle où la mélancolie est associée à un mal-être, à une maladie clinique que la psychiatrie appelle actuellement dépression.

La mélancolie a été traitée fort abondamment par les chercheurs, tant en littérature, philosophie qu’en psychanalyse. Freud, précurseur dans le domaine analytique, a consacré un essai entier à cette affection psychique. Afin de traiter la notion de la mélancolie, à la suite de Karl Abraham, auquel nous devons la plus importante des rares études analytiques sur ce thème, Sigmund Freud dans l’essai
Deuil et mélancolie (1915), établit une comparaison avec le deuil. Bien que Karl Abraham distingue la dépression de la névrose, le texte fondateur sur la théorie de la mélancolie demeure le Deuil et mélancolie de Freud. En rappelant le caractère pénible de ces deux affections, il a pu relever un certain nombre de similitudes. Leur point commun est la perte de l’objet aimé. Néanmoins, ce qui frappe dans cet essai, c’est que nous ne pouvons pas identifier spontanément ce qui a provoqué la mélancolie chez le sujet. En revanche, le deuil consiste à une réaction suite à la perte de l’objet aimé, chose qui peut être facilement identifiable. Ce texte ne donne pas une explication de la mélancolie, mais propose en fait une interprétation en comparant le deuil à la mélancolie.

L’évolution de la pratique analytique ainsi que les travaux analytiques ultérieurs ont démontré ou contesté les résultats de l’étude de Freud : ils vont à la fois dans le sens d’un approfondissement de cette conception freudienne et dans une différenciation entre la mélancolie et les différents états dépressifs. Selon Melanie Klein par exemple qui s’inscrit dans la tradition des travaux de Karl Abraham, étant lui-même élève de Freud, l’ambivalence et la haine jouent un rôle déterminant dans la genèse de la mélancolie. Certes, les positions freudiennes sont toujours en vigueur afin de saisir les particularités du délire mélancolique.

Au moment de la théorisation de ces notions, le terme « dépression » était utilisé en tant qu’adjectif pour décrire un appauvrissement général de la vie affective et intellectuelle du sujet mélancolique. De nos jours, on réduit la mélancolie à une phase aiguë de l’état dépressif majeur ou même du trouble bipolaire, anciennement appelée psychose maniaco-dépressive, comme alternance de phases de manie et de mélancolie. Dans le DSM-IV (
Manuel diagnostique et statistique des troubles mentaux), la psychiatrie moderne décrit un « épisode dépressif » ainsi qu'un « trouble dépressif ». Parmi les dépressions qui y figurent, le plus grave état dépressif consiste à une « dépression mélancolique ». La mélancolie est donc la forme la plus poussée de dépression ; il ne s'agit pas d’une simple affection, mais d’une psychopathologie. La symptomatologie mélancolique est plus poussée que la simple dépression où il implique entre autres aboulie, anorexie, insomnie, sentiment d'incurabilité, sentiment de culpabilité et même désir suicidaire. Dans la mélancolie s'y ajoute une véritable douleur morale où le malade ne voit d'autre issue que la mort, pour lui-même et parfois pour ses proches, ceux qu'il aime le plus. Sous cet angle-là, la mélancolie peut être considérée comme une psychose.

La mélancolie est une forme de psychose. Autrefois considérée comme une maladie sacrée, elle occupe une place prépondérante dans tous les types d'expression de l'émotion humaine où elle apparaît comme un vecteur d'anxiété, de fertilité, de clarté et de sagesse.


© Michel Bizet, 2019

Μελαγχολία και κατάθλιψη

Η λέξη «μελαγχολία» προέρχεται αναμφίβολα απ’ την αρχαία ελληνική γλώσσα κι η ετυμολογία της είναι απλούστατη: μέλας -που σημαίνει μαύρο- και χολή. Έχει δε χρησιμοποιηθεί αρκετά στις περισσότερες γλώσσες και σε όλη την Ιστορία της Ανθρωπότητας προκειμένου να καλύψει έννοιες στην ψυχιατρική, την ψυχανάλυση, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Ετυμολογικά, η λέξη σημαίνει μαύρη χολή, όρος που αναφέρεται στη θεωρία των τεσσάρων χυμών του Ιπποκράτη: αίμα, λέμφος, κίτρινη χολή και μαύρη χολή. Έτσι λοιπόν όταν στον οργανισμό επικρατούσε η μαύρη χολή, τότε οι αρχαίοι έλεγαν ότι κάποιος είναι μελαγχολικός, όπως επίσης είχαν συνδέσει την ιδιοφυΐα με τη μελαγχολία. Οι περισσότεροι Έλληνες φιλόσοφοι, απ’ τον Αριστοτέλη μέχρι τον Ιπποκράτη, ασχολήθηκαν λίγο ή πολύ με τη μελαγχολία, αν και την προσέγγισαν λανθασμένα.

Στην αρχαία Ελλάδα επίσης, σε πολιτισμικό επίπεδο, η μελαγχολία συνδέθηκε με το πένθος εξαιτίας της απώλειας ενός συγγενή. Οι επιτύμβιες στήλες αναπαριστάνουν άτομα που παίρνουν μελαγχολικές πόζες. Ομοίως κι η Πηνελόπη παρουσιάζεται μελαγχολική μπροστά στον αργαλειό της.
Περνώντας στη ρωμαϊκή περίοδο, διαπιστώνουμε ότι η ίδια λέξη επανέρχεται με την ίδια έννοια που της είχαν αποδώσει οι αρχαίοι Έλληνες. Ο Κικέρων αναφερόμενος στον Αριστοτέλη μάς μεταφέρει την άποψη ότι η μελαγχολία συναντάται στις μεγάλες ιδιοφυΐες. Είναι φανερό ότι η έννοια της μελαγχολίας είναι όχι μόνο πολύ παλιά, αλλά και πολύ στενά συνδεδεμένη με την ιδιοσυγκρασία.

Ωστόσο, η μελαγχολία αποκτά πολλές έννοιες με την πάροδο του χρόνου, αλλά διατηρεί μια στενή επαφή με την κατάθλιψη, όπως την ορίζει σήμερα η ψυχιατρική. Θα επανέλθω όμως αργότερα σε αυτό. Στην παγκόσμια ιστορία της λογοτεχνίας, απ’ τα τετράστιχα του Πέρση ποιητή του ενδέκατου αιώνα, Ομάρ Καγιάμ, περνώντας από μεσαιωνικό λυρικό έργο του Γκιγιόμ ντε Μασό (Γάλλος συγγραφέας του δέκατου τέταρτου αιώνα) ιδιαίτερα το «μυθιστόρημα του ρόδου», τις «χίμαιρες» του Ζεράρ ντε Νερβάλ ή τη «μελαγχολία του Παρισιού» του Μποντλέρ το δέκατο ένατο αιώνα, μέχρι τους συγγραφείς του εικοστού πρώτου αιώνα, η μελαγχολία προσπαθεί να ορίσει κάθε διάθεση από θλίψη μέχρι τρέλα (αν και το δέκατο έβδομο αιώνα ο όρος αποδυναμώθηκε σε μια απλή κατάσταση θλίψης). Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται ότι απ’ το δέκατο ένατο αιώνα, η μελαγχολία συνδέεται όχι απλά με μια δυσφορία, αλλά με μια κλινική ασθένεια που οι ψυχίατροι σήμερα αποκαλούν κατάθλιψη.

Ο όρος μελαγχολία έχει χρησιμοποιηθεί κι αναλυθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους ερευνητές, τόσο στη λογοτεχνία όσο τη φιλοσοφία και βέβαια την ψυχανάλυση. Ο πρόδρομος όμως στο ψυχαναλυτικό πεδίο είναι ο Φρόιντ που έχει αφιερώσει ένα ολόκληρο δοκίμιο σε αυτή την ψυχική κατάσταση. Προκειμένου να αναλύσουμε τον όρο μελαγχολία, αφήνοντας κατά μέρος τον Καρλ Αβραάμ στον οποίο οφείλουμε την πιο σημαντική από τις λίγες αναλυτικές μελέτες πάνω το θέμα αυτό («Μανία και Μελαγχολία»), ο Σίγκμουντ Φρόιντ στο δοκίμιο «Πένθος και Μελαγχολία» (1915), συγκρίνει τη μελαγχολία με το πένθος. Αν κι ο Καρλ Αβραάμ διαχωρίζει την κατάθλιψη απ’ τη νεύρωση, το ιδρυτικό κείμενο πάνω στη μελαγχολία παραμένει το «Πένθος και Μελαγχολία» του Φρόιντ. Υπενθυμίζοντας την οδυνηρή φύση και των δύο καταστάσεων, θα μπορούσε να δει κανείς μια σειρά από ομοιότητες. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Το κείμενο αυτό δε δίνει μια εξήγηση για το τι ακριβώς είναι η μελαγχολία ούτε από τι προέρχεται. Στην πραγματικότητα προτείνει μια πρώτη προσπάθεια ερμηνείας, συγκρίνοντας τη θλίψη με τη μελαγχολία.

Η εξέλιξη των αναλυτικών πρακτικών και το μετέπειτα ψυχαναλυτικό έργο προσπάθησε να αποδείξει ή να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα της μελέτης του Φρόιντ. Άλλοι θα το κάνουν τόσο εμβαθύνοντας την έννοια της φροϋδικής σύλληψης κι άλλοι προσπαθώντας να διαφοροποιήσουν τη μελαγχολία απ’ τις άλλες καταθλιπτικές καταστάσεις. Σύμφωνα με την Μελανί Κλάιν, για παράδειγμα, που ακολουθεί την παράδοση του έργου του Καρλ Αβραάμ, που ήταν ο ίδιος μαθητής του Φρόιντ, η αμφιθυμία και το μίσος διαδραματίζουν βασικό ρόλο στη γένεση της μελαγχολίας. Αυτό όμως που είναι βέβαιο είναι ότι οι φροϋδικές θέσεις χρησιμοποιούνται ακόμα προκειμένου να εντοπίσουμε τα χαρακτηριστικά του μελαγχολικού παραληρήματος.

Την εποχή εκείνη, ο όρος «κατάθλιψη» χρησιμοποιούταν ως επιθετικός προσδιορισμός για να περιγράψει μια γενική εξαθλίωση της συναισθηματικής και πνευματικής ζωής ενός καταθλιπτικού ατόμου.

Στις μέρες μας, η μελαγχολία έχει άλλη έννοια στην επιστήμη. Χρησιμοποιείται προκείμενου να περιγράψει την οξεία φάση της μείζονος κατάθλιψης ή ακόμα και τη διπολική διαταραχή (παλαιότερα ονομαζόταν μανιοκαταθλιπτική ψύχωση), γιατί απαντώνται εναλλασσόμενες φάσεις μανίας και μελαγχολίας. Στο DSM-V (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών), η σύγχρονη ψυχιατρική μιλάει για καταθλιπτικό επεισόδιο και για καταθλιπτική διαταραχή. Μεταξύ των καταθλίψεων που αναφέρονται, ως πιο σοβαρή μορφή κατάθλιψης λέγεται η μελαγχολική. Η μελαγχολία, λοιπόν, δεν είναι όπως θα θέλαμε να πιστεύουμε μια απλή αδιαθεσία ή ψυχική κατάσταση, αλλά η πιο προχωρημένη μορφή κατάθλιψης. Ούτε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να υποτιμηθεί σε μια απλή ασθένεια γιατί πρόκειται για ουσιαστική ψυχοπαθολογία.

Τα μελαγχολικά συμπτώματα τα οποία είναι πιο προχωρημένα από εκείνα της κατάθλιψης, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων αβουλησία, ανορεξία, αϋπνία, αισθήματα ενοχής και τάσεις αυτοκτονίας. Στη μελαγχολία προστίθεται και μία άλλη οδύνη, ηθική αυτή τη φορά, απ’ την οποία ο ασθενής δε βρίσκει άλλη διέξοδο παρά μόνο το θάνατο, όχι μόνο για εκείνον, αλλά και για τους οικείους του.

Η μελαγχολία είναι μια μορφή ψύχωσης. Παλαιότερα είχε θεωρηθεί ως ιερή ασθένεια, γι’ αυτό και κατέχει εξέχουσα θέση σε κάθε είδος έκφρασης των ανθρωπίνων συναισθημάτων όπου φαίνεται ως φορέας αγωνίας, γονιμότητας, διαύγειας, αλλά και σοφίας.

© Michel Bizet, 2019

Le profil d'un pervers narcissique

Les manipulateurs ou pervers narcissiques sont un peu partout. En couple, au travail, en famille: ça peut être un conjoint, un ami, un proche, un patron, un membre de la famille… Ils paraissent sympathiques et adorables, mais ils sont plutôt réservés; ils ont tout pour plaire à tout le monde grâce à leur charme et leur flatterie.

Toutefois le contact avec ces personnes peut se révéler dévastateur dû au caractère toxique de leur rapport aux autres: malaise, culpabilisation et dévalorisation sont les symptômes les plus alarmants d’une telle fréquentation. Ces personnes atteintes de cette pathologie ont un seul but: en écrasant notre personnalité, ils se sentent supérieurs. Mais quels sont les signes révélateur d’une telle personne toxique ?

Tout d’abord, le pervers narcissique n’a jamais tort. Les phrases récurrentes “je n’ai jamais tort!” ou “j’ai toujours raison!” sont un indice indéniable de ce type de personnalité. En même temps, le pervers narcissique cherche à tout prix à éviter les conflits pour donner toujours la meilleure image de lui et afin de ne jamais révéler sa culpabilité, il la fait porter à quelqu’un d’autre.

Nous pourrions évoquer le terme de “double personnalité” pour ce genre de trouble de la personnalité. En effet, le pervers narcissique ne refoule jamais ses pulsions de peur qu’il ait à subir une souffrance morale profonde. Pour se débarrasser de toute culpabilité, par le biais de “l’identification projective”, rejette sa faute sur l’autre et passe pour la victime, pour celui qui souffre à cause des choses qu’il a subies par son conjoint, son ami, ses proches etc et garde toujours la meilleure image extérieure de lui.

Mais la meilleure arme du pervers narcissique, c’est la parole; détournée, contournée, malmenée. Ainsi, le langage sert-il d’instrument privilégié du manipulateur non seulement pour avoir l’impression du contrôle sur les autres, mais aussi pour se valoriser à l’infini.
Dans ce sens-là, le pervers narcissique a un autre outil plus dévastateur: il doit rabaisser l’autre pour se valoriser car le terme narcissique implique l’amour démesurée que l’on porte pour soi. Il essaie de collectionner de beaux objets ou entretenir des relations avec des personnes très séduisantes dans un but purement pervers: donner l’impression qu’il est très important. Il acquiert ainsi un pouvoir et une importance vis-à-vis des autres car sa victime, rabaissée, culpabilisée et contrôlée, semble être complètement dérangée dans son entourage.

La victime “dérangée” doit être également isolée pour être mieux contrôler. Si la victime reste sous l’emprise du pervers narcissique pour très longtemps, elle lui est très difficile de prendre conscience de la situation anormale et a des difficultés à rompre le lien de subordination perverse qui lui a été infligé.

Toutefois, le caractère éphémère du pouvoir exercé sur la victime est une source d’angoisse pour le pervers narcissique qui essaie à tout prix à dévaloriser davantage sa victime et à rejeter la faute sur elle de peur d’être abandonné.

Enfin, le meilleur moyen pour arriver à ses fins, c’est la diversion: en se servant d’une tierce personne (ou de plusieurs personnes de son entourage), il commence à dénigrer sa victime se mettant ainsi à l’abri et gardant en même temps la meilleure image extérieure de lui.
Bref, pour sortir de son emprise, nous pouvons nous servir de plusieurs conseils des psychanalystes et psychologues renommés se mettant d’accord sur les points suivants:

- renouer avec vos proches en leur expliquant les événements
- arrêter de se justifier même devant tout le monde car le pervers narcissique se sent toujours en position de force
- oser le détester car ce deuil peut être salutaire
- s’éloigner et ne plus avoir aucun contact avec lui car lui infliger à votre tour des attaques ferait de vous également un pervers narcissique.

Bibliographie indicative
Jean-Charles Bouchoux, Les pervers narcissiques Qui sont-ils? Comment fonctionnent-ils? Comment leur échapper?, Eyrolles, 2013.
Isabelle Nazare-Aga,
Manipulateurs sont parmi nous, éditions de l’Homme, 1997.

© Michel Bizet, 2019

Confidentialité et cookies : ce site utilise des cookies. En continuant à naviguer sur ce site, vous acceptez que nous en utilisions.
Pour en savoir plus, y compris sur la façon de contrôler les cookies, reportez-vous à ce qui suit :
Politique relative aux cookies.